Μεταφράστε τη σελίδα

Αναζήτηση / Search

Socratic News

Are you interested in Democracy ?

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Huff. Post : Untouchability in India

On the Ground: Untouchability in India

Posted: 06/25/2012 4:35 pm
Taj Mahal, Agra, India. Deutsch: Taj Mahal im ...
Taj Mahal, Agra, India. Deutsch: Taj Mahal im indischen Agra. Español: Vista del Taj Mahal, Agra, India. Français : Le Taj Mahal, à Âgrâ, en Inde. Русский: Мавзолей Тадж-Махал, Агра, Индия. (Photo credit: Wikipedia)

"As a child, I experienced untouchability at school where I was forced to sit and eat separately from the children of upper caste families," says 24-year old Neeru Rathod from Limbdi village in Gujarat. These days, instead of being victimized by such discriminatory behavior, she films it. As does Margaret Joshi, a Dalit railing against the segregation of Dalits in cemeteries in her community. And so is Mani Manickam, a Dalit who captured police massacring Dalits at a protest and who is motivated by the memories of his mom, a housemaid, not being allowed to drink the water in the houses she cleaned. All three of these activists are filming atrocities against their communities, screening their videos, and demanding people pay attention. These are some of the 100 or so Community Correspondents working across slums and villages in India whom I have trained over the past five years as managing trustee of Video Volunteers, a media and human rights organization.
This first episode of Video Volunteers' new webshow, On the Ground, highlights the past, present, and a hopefully more positive future for the practice of untouchability and the caste system in India. The show, which presents serious, often heart-wrenching issues in an exciting, entertaining manner, is the latest leg of a journey that began over 20 years ago, when I first encountered village women taking up the fight for clean drinking water which was reserved for upper caste community members. Armed with a camera, I filmed the women armed with a sample of the brown water they were forced to drink. They approached local authorities and told them "if you can drink it, we can drink it." Needless to say, the water wasn't consumed. But what consumed me was the power inherent in their action. What remained, and continues to remain, with me was the issue of dignity -- fighting for it, challenging the double standards that define it. Experiencing the immense power of moving images led me to question why only certain people were being allowed to tell stories... and defined what has become my life's work with Video Volunteers in enabling marginalized communities to voice their grievances, fight for their rights, and create better lives for themselves.

Indian society continues to be held together by the rigid and hierarchical caste system where scheduled castes are considered as the 'lowest of the low' (the untouchables). Dalit, translated as "oppressed" or "broken", is the community's term of self-definition. Indian society has been historically subject to a rigid caste structure, resulting in discrimination based on caste despite the illegality of this practice as set out in the Constitution of India. The hierarchy of caste-based identity politics remains central in the allocation of power, resources, education, infrastructure and basic health care. As members of the lowest rank of Indian society, Dalits face discrimination at almost every level -- from access to education and medical facilities to restrictions on where they can live and what jobs they can have. Discrimination against the Dalits is especially significant because of the number of people affected; there are approximately 167 million Dalits in India, constituting over 16 percent of the total population.
In 1999, I made a film called Lesser Humans about the manual scavengers of Gujarat, who still today continue the caste-prescribed occupation given to them: the manual removal of human excreta. In 2007, I made India Untouched, a film chronicling untouchability across eight states, four religions, and all social castes. Both have won many awards and are evidence that this tradition continues. I then decided I wanted to empower Dalits themselves to tell their own stories, so I started training Dalits in video production so they didn't have to wait to be spoken for but were empowered to tell their own stories and address challenges within their own communities. This all led up to the ARTICLE 17 Campaign.
ARTICLE 17 is a campaign that was launched by Video Volunteers on April 14, 2012 urging the National Commission for Schedule Castes (the government body that is constitutionally appointed to direct and implement safeguards against untouchability) to prosecute everyday cases of untouchability, not just those that result in actions that can be deemed illegal such as murder or assault. Instances such as women being forced to remove their shoes while walking through upper caste communities, or the segregation of school children during meal time, are considered long-standing social norms rather than what they are: criminal offenses that are in direct violation of the Indian Constitution. It is the beginning of what we hope will be the end of the 2000-year-old atrocity of untouchability in all its forms. Video Volunteers Community Correspondents across the country continue to document video testimonies of different forms of untouchability. Because these men and women are members of communities afflicted by this destructive practice, or close to them, they have been able to capture intimate images rarely witnessed by outsiders.
And outside is a space we can no longer inhabit. Untouchability is a symptom of a larger, systemic social illness -- just as a runny nose is a symptom of the flu. No social system interested in a just, equitable, dignified society can prescribe to differential dignity. We can no longer stand by the sidelines and say it is someone else's problem. Not only because a society is only as strong as its weakest element, not only because the oppressed are in a weaker position than their oppressors and are therefore rarely unable to initiate positive change, but most importantly because people benefitting from any oppressive system must take responsibility for ending it.

Follow Stalin K on Twitter: www.twitter.com/stalink


1967-4-21 greece01
1967-4-21 greece01 (Photo credit: Wikipedia)

«Λαμόγια» ... στο χακί:




Μια εξωφρενική «μόδα» των τελευταίων ετών τείνει να περιβάλλει με ιδιότυπο φωτοστέφανο τους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου 1967!
Απόρροια του αναπόφευκτου θυμού, αναμεμειγμένου όμως με άγνοια ή και σκοπιμότητα, η πολιτική (;) αυτή «μόδα» παράγει τη θεωρία ότι κατά την επταετή δικτατορία τέθηκε σε γύψο και... η διαφθορά. Ότι η χούντα φρουρούσε, σαν κέρβερος, το δημόσιο χρήμα και τις αρχές της «χρηστής διοίκησης»...

Οι ίδιοι οι συνταγματάρχες δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι στον 21ο αιώνα έμελλε να μνημονεύονται με ... επαίνους. «Εκείνοι τουλάχιστον δεν έκλεψαν», «δεν έκαναν περιουσίες», «ε, ρε Παπαδόπουλο που χρειάζονται τα σημερινά λαμόγια»... Από το 2010 κι εντεύθεν οι έπαινοι επεκτάθηκαν και στα της οικονομίας: «Επί χούντας ο κόσμος έτρωγε ψωμάκι», «αν δεν μιλούσες ζούσες καλά», «τότε δεν υπήρχε οικονομική κρίση στην Ελλάδα, όπως σήμερα». Λες και γνώρισε η μεταπολεμική Ευρώπη γενική κρίση ανάλογη της σημερινής, μέχρι το 1973...

Θα ασχοληθούμε με τον πρώτο μύθο, αυτόν που σχετίζεται με τη διαφθορά. Για το δεύτερο επιφυλασσόμαστε – όλο και κάποια επέτειος θα μας δώσει αφορμή.

Εν αρχή μια παρατήρηση: Οι ισχυρισμοί περί «λιτού» βίου των δικτατόρων και περί «αδιάφθορης» χούντας βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην εικόνα παρακμής που εξέπεμπαν αυτοί οι άνθρωποι έπειτα από την αποκαθήλωσή τους. Δεν είναι αυτό επιτομή των εννοιών «αφέλεια» ή «υποκρισία» - κατά περίπτωση;
Παρατήρηση δεύτερη: Όντως, «τα λαμόγια χρειάζονται έναν Παπαδόπουλο»- τουλάχιστον τα εκκολαπτόμενα. Χρειάζονται, για να πάρουν ... μαθήματα ταχύτητας, τόσο στη λήψη αποφάσεων, όσο και στη σύναψη καλών «κοινωνικών σχέσεων»...

Προτού καλά- καλά προλάβουν να ... ζεστάνουν τις καρέκλες των πολιτικών αξιωμάτων που κατέλαβαν, οι συνταγματάρχες νομοθέτησαν την αύξηση των αποδοχών τους. Σχεδόν διπλασίασαν τον πρωθυπουργικό μισθό: Από τις 23.600 τον ανέβασαν στις 45.000 δρχ, προς μεγάλη χαρά του πρώτου χουντικού πρωθυπουργού, του Κωνσταντίνου Κόλλια. Ο ίδιος ο Γιώργος Παπαδόπουλος ανέλαβε πρωθυπουργικά καθήκοντα αργότερα, το Δεκέμβριο του 1967.

Με την ίδια ρύθμιση αυξήθηκαν οι αποδοχές των υπουργών και υφυπουργών, από τις 22.400 στις 35.000 δρχ. Θεσπίστηκαν επίσης και ημερήσια «εκτός έδρας»- χίλιες δρχ για τον πρωθυπουργό και 850 για υπουργούς και υφυπουργούς.
Ομολογίες δια στόματος Σάββα Κωσταντόπουλου...
21 Απριλίου 1967
21 Απριλίου 1967 (Photo credit: PIAZZA del POPOLO)

Είναι γνωστό ότι ο Παπαδόπουλος είχε στη διάθεσή του βίλα στο Λαγονήσι, στην οποία διέμενε αντί αστείου ενοικίου. Η βίλα ανήκε στον Αριστοτέλη Ωνάση. «Σύμπτω
ση»: Ο Παπαδόπουλος στήριζε τον Ωνάση στη διαμάχη που είχε με άλλους «Κροίσους» της εποχής, με «μήλο της έριδος» το περιβόητο τρίτο διυλιστήριο της χώρας. Επειδή όμως σε θέματα διαπλοκής είναι αναγκαίος κάποιος ... πλουραλισμός, το άλλο «πρωτοπαλίκαρο» του καθεστώτος, ο Νίκος Μακαρέζος, τάχθηκε στο πλευρό του Νιάρχου.

Τσάμπα οι – ενίοτε άγριες – διαμάχες που μαίνονταν επί χρόνια, για το θέμα αυτό, στο εσωτερικό της «αδιάφθορης» χούντας: Τελικά, το 1972, ο Ωνάσης αποσύρθηκε και το τρίτο διυλιστήριο ανέλαβαν οι Ανδρεάδης – Λάτσης. Ένα ακόμη δόθηκε στο Βαρδινογιάννη.

Προτού «μιλήσουν» τα αποδεδειγμένα στοιχεία, ας δοθεί ο λόγος στον ίδιο τον προπαγανδιστικό ... στυλοβάτη της χούντας: Τον εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος», Σάββα Κωσταντόπουλο. Η δικτατορία είχε συμπληρώσει μισό έτος ζωής, όταν ο Κωσταντόπουλος γνωστοποίησε - με επιστολή- στον Κωνσταντίνο Καραμανλή ορισμένες διαπιστώσεις του:
«Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νέο-φαυλοκρατία. Ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή και ούτω κάθε εξής)» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος).

Τα ίδια και χειρότερα τόνιζε στον Κ. Καραμανλή ο ακραιφνής χουντικός Κωσταντόπουλος, το Δεκέμβριο του '73. Αναφερόταν στην περίοδο Παπαδόπουλου, τον οποίο είχε ήδη ανατρέψει (25 Νοεμβρίου '73) ο λεγόμενος «αόρατος δικτάτορας», Δημήτρης Ιωαννίδης. Τόνιζε λοιπόν:
«Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων δια την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος)
Η αλήθεια είναι ότι για πολλά από αυτά τα σκάνδαλα ... δυνάμεθα μια χαρά να «γνωρίζωμεν» λεπτομέρειες, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ας προτάξουμε όμως τα πιο «light» κρούσματα, προτού παραδοθούμε στον ίλιγγο τον οποίο «εγγυώνται» τα οικονομικά μεγέθη ορισμένων ιστορικών ...ξαφρισμάτων.

«Ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών». Πολλά μπορεί να εννοούσε ο Κωσταντόπουλος, αλλά ας περιοριστούμε στην οικογενειοκρατία, όπως την τίμησε η κορυφαία «τριανδρία» της χούντας. Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος.

Ο βολέψας, του βολέψαντος- αδέλφια, γαμπροί, κουνιάδοι...

Ο αρχηγός Παπαδόπουλος έκανε τον έναν αδελφό του, τον Κωνσταντίνο, στρατιωτικό ακόλουθο, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής και «υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ». Ο άλλος αδελφός, ο Χαράλαμπος, προφανώς ανεχόταν λιγότερες σκοτούρες. Αρκέστηκε στη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, στην οποία αναρριχήθηκε σε χρόνο ρεκόρ. Τέτοια άλματα στην υπαλληλική ιεραρχία, θα τα ζήλευε και ο φημισμένος αθλητής του επί κοντώ, ο Χρήστος Παπανικολάου, o οποίος – ειρήσθω εν παρόδω- το 1967 κέρδισε χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες, στην Τύνιδα.

Το Στέλιο Παττακό, πάλι, τον ενθουσίαζαν οι κατασκευές- όπως δείχνει και η ψύχωσή του με ... το μυστρί. Αποφάσισε λοιπόν να αναθέσει στο γαμπρό του, τον Αντρέα Μεϊντάση, διάφορες επικερδείς δουλειές με το Δήμο Αθηναίων. Κατασκευή υπόγειου γκαράζ στην πλατεία Κλαυθμώνος, τεχνικές μελέτες, κλπ. Πρακτικά πράγματα, πολλά χρήματα...

Ο Μακαρέζος διόρισε τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου, υπουργό Γεωργίας και – αργότερα- Βόρειας Ελλάδας. «Αι βέβαιοι μικρολοβιτούραι του Ματθαίου» συμπεριλαμβάνονταν στα πολλά συμπτώματα διαφθοράς του καθεστώτος, που διέγνωσε και κοινοποίησε με επιστολή του στον Κ. Καραμανλή ο γνωστός «γεφυροποιός», Ευάγγελος Αβέρωφ (Οκτώβριος 1968). Κατά τα φαινόμενα, όμως, ο Ματθαίου ήταν ... περιστεράκι εν συγκρίσει προς δυο άλλους «εθνοσωτήρες». Τον Ιωάννη Λαδά και το Μιχάλη Ρουφογάλη.

Ο Λαδάς απέκτησε το σκωπτικό προσωνύμιο «κύριος καθαρά χέρια», χάρη στη ροπή του προς τα ... θαλασσοδάνεια. Ο Ρουφογάλης, αρχηγός της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, έγινε διάσημος για δυο βασικές συνήθειές του. Η πρώτη: Με τη γυναίκα του Ντέλλα, φωτομοντέλο που νυμφεύθηκε το '73, επιδόθηκαν σε «θορυβώδεις δεξιώσεις, δημοσίας εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξιν πλούτου» (εκφράσεις του Σάββα Κωσταντόπουλου). Η άλλη συνήθεια: Η εξασφάλιση δανειοδοτήσεων σε «ημετέρους», φυσικά με επιβάρυνση των κρατικών τραπεζών. Στην πρώιμη μεταπολιτευτική περίοδο, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1974, το περιοδικό «Ταχυδρόμος» αποκάλυψε δυο σχετικά έγγραφα του Ρουφογάλη. Μια κατηγορία δανείων αναφερόταν ως «χαριστικά και επισφαλή». Στα «χορηγηθέντα» δάνεια καταγραφόταν ποσό άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου και στα «υπό έγκρισιν» πάνω του 1,6 δισεκατομμυρίου δρχ.
Προτού καν κλείσουν ένα μήνα στην εξουσία...

Ας δούμε όμως, με κάποια χρονική σειρά, μερικά από τα χουντικά ... κατορθώματα. Προτάσσουμε επτά κινήσεις τους- όλες, σκέτα ...ορόσημα.

Πρώτο «ορόσημο»: Σαν ... έτοιμοι από καιρό, οι «εθνοσωτήρες» υπέγραψαν την πρώτη τους τερατώδη σύμβαση, προτού καν συμπληρωθεί μήνας από το πραξικόπημα – ναι, τέτοια αδημονία είχαν! Τη Δευτέρα, 15 Μαΐου 1967 ανέθεσαν στην αμερικανική εταιρεία Litton το ακαθόριστο έργο της παροχής «υπηρεσιών οργανώσεως και διεκπεραιώσεως της οικονομικής αναπτύξεως», κάπου στην Κρήτη και τη Δυτική Πελοπόννησο.

Υποτίθεται ότι η εταιρεία θα φρόντιζε να γίνουν επενδύσεις ύψους 840 εκατομμυρίων δολαρίων για 12 χρόνια. Το ελληνικό δημόσιο της έδωσε ως προκαταβολή 1,2 εκ. δολάρια και ανέλαβε τις εξής υποχρεώσεις: Να καλύψει όσα έξοδα θα έκανε η Litton για να «αναπτυξιακό της έργο» συν 11% ως ποσοστό κέρδους, αλλά να εξασφαλίσει και προμήθεια 2% επί της αξίας κάθε επένδυσης, από αυτές που θα «έφερνε» η εταιρεία.

Ίδια, περίπου, ρύθμιση για τη Litton είχε προωθήσει στη Βουλή το 1966 μια από τις «κυβερνήσεις των αποστατών» – εκείνη του Στεφανόπουλου. Οι αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων, όμως, ακύρωσαν το εγχείρημα, το Σεπτέμβριο του έτους εκείνου. Για την ακρίβεια, το ανέβαλαν για οκτώ μήνες.

Τι έκανε στην ουσία η Litton, αξιοποιώντας την προσφορά της χούντας προς αυτήν; Δεν προσέλκυε επενδυτές, δήλωνε όμως έξοδα και πληρωνόταν από το ελληνικό κράτος! Εμπράκτως η ίδια η χούντα αναγνώρισε το φιάσκο της ανάθεσης, τερματίζοντας την ισχύ της σύμβασης, την Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 1969 (ΦΕΚ 1969/Α/268). Όμως – όλα κι όλα- η Litton πήρε και το επιπρόσθετο 11% επί των δηλωθέντων εξόδων της!
Η επίσημη εξήγηση του καθεστώτος για λύση της σύμβασης; «Αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής βοηθείας τας προσπαθείας δια την ανάπτυξιν»...

Αυτό που η χούντα ομολόγησε εμπράκτως, νωρίτερα το είχε δηλώσει ευθαρσώς στο περιοδικό «Ramparts» ο Ρόμπερτ Αλαν, υπεύθυνος του γραφείου της εταιρείας στην Αθήνα: «Τα κέρδη μας είναι ασφαλώς μεγάλα, διότι ουσιαστικά δεν κάνουμε εμείς επενδύσεις».

Ο Αλαν είχε κάθε λόγο να συμπαθεί το δικτατορικό καθεστώς και ουδέποτε έκρυψε αυτή του την ...αγάπη. Όταν κάποτε κλήθηκε να σχολιάσει τα βασανιστήρια και τις διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων, είπε: «Οι περισσότεροι εξόριστοι και φυλακισμένοι ζουν σε νησιά, όπως είναι η Καταλίνα (σ.σ. θέρετρο στην Καλιφόρνιας). Είναι ελεύθεροι να πηγαίνουν και να έρχονται. Αναπνέουν καθαρό αέρα, βρίσκονται κάθε μέρα σε ωραίο ηλιόλουστο περιβάλλον και απλώς δεν έχουν επικοινωνία με τον έξω κόσμο».

Αυτό δεν ήταν «Τάμα», ήταν ... θάμα

Δεύτερο «ορόσημο»: Το Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 1968, ο Παπαδόπουλος ανακοίνωσε ότι κατέφθασε η ώρα να εκπληρώσει η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» μια υπόσχεση, την οποία είχε δώσει προς τον Θεό η ...Δ΄ Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος το 1829: Την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς ναού του Σωτήρος. Ως τόπος ορίστηκαν τα Τουρκοβούνια. Το «Τάμα», όπως καθιερώθηκε να λέγεται, αντιπροσώπευε στο έπακρο τη μεγαλομανία του καθεστώτος. «Θα αποτελέσει, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασσικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό», έγραφε η «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» τον Ιούνιο του 1973. Μέχρι τότε, δεν είχαν γίνει καν τα οριστικά σχέδια του έργου. Κι ούτε θα γίνονταν ποτέ...

Τι ακριβώς συνέβαινε με το «Τάμα»; Γιατί ... δεν χτιζόταν τίποτα, επί χρόνια; Από τη δύση του '68 η χουντική προπαγάνδα είχε αρχίσει να διαφημίζει περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι κατέθεταν για αυτόν τον «ιερό σκοπό» τον οβολό τους. Τον Μάιο του '69 συγκροτήθηκε και μια «Ανώτατη Επιτροπή», με πρόεδρο τον πρωθυπουργό Παπαδόπουλο και μέλη τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και πέντε υπουργούς. Ανάμεσά τους, ο Παττακός (Εσωτερικών) και ο Μακαρέζος (Συντονισμού). Εν ολίγοις, ολόκληρη η κορυφαία χουντική «τριανδρία» επέβλεπε τα του έργου, έχοντας την αρωγή – πέραν των άλλων υπουργών- και ενός «Γνωμοδοτικού Συμβουλίου», που το απάρτιζαν πρυτάνεις, ακαδημαϊκοί, ο δήμαρχος Δημ. Ρίτσος και άλλοι παράγοντες. Από τον Ιούνιο του '69 επέβλεπαν και το «Ειδικό Ταμείο» που συστάθηκε τότε, για την οικονομική διαχείριση του έργου.

Μυστήριο κάλυπτε τα του «Τάματος», μέχρι τον Ιανουάριο του '74. Τότε δημοσιεύθηκε ο απολογισμός του «Ειδικού Ταμείου». Αυτό δεν ήταν «Τάμα», ήταν ...θάμα. Στο «Ταμείο» είχαν εισρεύσει 453,3 εκατομμύρια δρχ, εκ των οποίων είχαν εξαφανιστεί τα 406 εκατομμύρια! Όλα αυτά δαπανήθηκαν – υποτίθεται- για απαλλοτριώσεις, «προπαρασκευαστικά έργα», «μελέτες», εργασίες «διοικήσεως και λειτουργίας»...

Από τη συνολική «αποταμίευση» των 453,3 εκατομμυρίων, τα 230 ήταν δάνεια. Τα 180 προήλθαν από εισφορές και δωρεές, τμήμα των οποίων κάλυψαν φορείς του Δημοσίου – πχ η Αγροτική Τράπεζα έδωσε 10 εκατομμύρια. Τα υπόλοιπα 43,3 εκατομμύρια ήταν «επιχορήγηση» από τον τακτικό προϋπολογισμό.

Την αχαλίνωτη διασπάθιση δημοσίου χρήματος την υπογραμμίζει ένα ακόμη στοιχείο: Στην τριετία 1970 -73 έγιναν τρεις διαγωνισμοί για «προσχέδια» του «Τάματος». Απέτυχαν παταγωδώς και κηρύχθηκαν άγονοι. Ελάχιστοι αρχιτέκτονες ενδιαφέρθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, μολονότι τα αντίστοιχα χρηματικά βραβεία ήταν άκρως χορταστικά. Συνολικά, στην τριετία υποβλήθηκαν 73 προτάσεις, καμία όμως δεν κρίθηκε ικανοποιητική. Κι όμως, μοιράστηκε – μαζί με τους επαίνους για τις σχετικές προσπάθειες- το ποσό των 3.650.000 δρχ. Ποσό που υπερέβαινε ... 900 φορές το μέσο μισθό ενός εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα.

Η μεγάλη ευεργεσία προς τον κύριο Μακντόναλντ
Ήταν αδύνατον φυσικά να υπολογιστεί πόσοι ... αστέρες του καθεστώτος έλαβαν μέρος – με τους ευνοούμενούς τους- σε αυτό το τρομακτικών διαστάσεων φαγοπότι. Την «επίβλεψη» πάντως την είχε - όπως προείπαμε- σύσσωμη η ... αφρόκρεμα του καθεστώτος. Εάν υποτεθεί ότι το «Τάμα» κλήθηκε να άρει ... μια εκκρεμότητα 139 ετών (1829 – 1968), τότε το ποσό που εξαφάνισαν τα αρπαχτικά της χούντας αντιστοιχεί σχεδόν σε τρία εκατομμύρια δρχ για κάθε χαμένο χρόνο! Καθόλου άσχημα...

Κάποιοι ενδεχομένως διερωτώνται πώς «βγήκαν στη φόρα» τα οικονομικά στοιχεία του «Τάματος», προτού καταρρεύσει η χούντα. Η απάντηση είναι απλή: Είχε ήδη αποκαθηλωθεί - προ δυο μηνών- ο Παπαδόπουλος κι ο Ιωαννίδης δεν είχε κανένα λόγο να κρύβει τη «φαυλοκρατία» των «άλλων».

Τρίτο «ορόσημο»: Το 1969 φαίνεται πως οι ... μίζες [4] [1] της Litton είχαν ξεκοκαλιστεί. Ήταν λοιπόν ώρα για μία ακόμη μεγάλη, αποικιοκρατική σύμβαση, απ' αυτές που όταν υπογράφονται τρία τινά μπορεί να «μαρτυρούν» για τους διαχειριστές δημόσιου χρήματος: Αν δεν είναι ηλίθιοι, αν δεν νιώθουν - για κάποιο λόγο- εξαναγκασμένοι, τότε σίγουρα κάτι άλλο περιμένουν. Οι δυο τελευταίες εκδοχές φυσικά μπορούν να συνυπάρξουν...

Ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ, από τις ΗΠΑ, σύμβαση για την κατασκευή της Εγναντίας Οδού (ΦΕΚ 1969/Α/15). Ποια ήταν η κατάληξη; Ο Αμερικανός πήρε τα μπογαλάκια του κι έφυγε, ενώ το Δημόσιο είχε επιβαρυνθεί σε βαθμό απίστευτο.

Μοιραίο ήταν να συμβεί αυτό. Το έργο υπολογίστηκε στα 150 εκ. δολάρια, εκ των οποίων σχεδόν το 1/3 θα το κάλυπτε το ελληνικό κράτος. Οι ... χακί φύλαρχοι της στρατοκρατούμενης ελληνικής Μπανανίας, όμως, δεν χαλιναγώγησαν τη γαλαντομία τους. Εγγυήθηκαν τα δάνεια του Μακντόναλντ, τον «διευκόλυναν» με αμέτρητα ομόλογα, του έδωσαν 4,5 εκ. δολάρια ως προκαταβολή και όρισαν την αμοιβή του επί των εξόδων, συνυπολογίζοντας σε αυτά τη χρηματοδότηση του ... Δημοσίου!
Το φοβερό ήταν ότι θα διεκπεραίωναν το έργο γηγενείς υπερεργολάβοι – ο Αμερικανός απλώς θα μεριμνούσε για μελέτες και δάνεια.Εάν ο Μακντόλαντ διαπίστωνε πως δεν επαρκούσαν τα 150 εκ. δολάρια, είχε δυο επιλογές. Να ψάξει για περισσότερα ή «να θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις 150 εκ. δολάρια».

Ο Μακντόναλντ δεν εξασφάλισε καμία χρηματοδότηση – ίσως να μην είχε και λόγους να το κάνει. Αποχαιρέτησε, λέγοντας ίσως νοερά κάποιο «thanks folks» για τα 4,8 εκ. δολάρια συν τα 33,4 εκ. σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου που πρόλαβε να τσεπώσει.
«Στεγαστική αποκατάστασις» και θεσμοθέτηση ατιμωρησίας

Τέταρτο «ορόσημο»: Το 1970 οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τη στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα. Διότι, καλοί οι μισθοί, καλά τα αξιώματα και τα ρουσφέτια, αλλά αν δεν είχες – βρε αδελφέ- ένα εγγυημένο, καλό κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, κινδύνευες. Θα σε πετύχαινε ο αναρχο- κομμουνισμός «ασκεπή» και θα σου άνοιγε το κεφάλι...

Πέμπτο «ορόσημο»: Περίοδος εορτών ήταν, οι «εθνοσωτήρες» αποφάσισαν – ίσως εν όψει πρωτοχρονιάς - να κάνουν άλλο ένα καλό δώρο στον εαυτό τους. Καλό και ωφέλιμο στο ... διηνεκές – έτσι τουλάχιστον ήλπιζαν. Την Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 1970, νομοθέτησαν τα «περί ευθύνης υπουργών». Μεταβατική διάταξη (παρ. 48) του ΝΔ 802 όριζε ότι δεν μπορούσε να ασκηθεί δίωξη εναντίον υπουργού ή υφυπουργού της δικτατορίας, παρά μόνο εάν το αποφάσιζαν οι ... συνάδελφοί του.

Για να έχουν απολύτως ήσυχο το κεφάλι τους, οι συνταγματάρχες συμπεριέλαβαν κάτι ακόμη στη ρύθμιση: «Παρέγραψαν» όλα τα εγκλήματα, «δια τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» κάποιας Βουλής, μελλοντικής.

Εάν επιτύγχανε το κατοπινό εγχείρημα της λεγόμενης «φιλελευθεροποίησης», με τον Μαρκεζίνη και τις ελεγχόμενες εκλογές [5] [2], κατά πάσα βεβαιότητα θα επιβίωνε αυτή η ασυλία που πρόσφεραν στην αφεντιά τους οι συνταγματάρχες. Δυστυχώς για αυτούς, έπειτα από την εξέγερση του Πολυτεχνείου κατέστη ανέφικτη η «μετάσταση» τέτοιων χουντικών θεσμών στο κοινοβουλευτικό τοπίο.

Έκτο «ορόσημο»: Ήταν Μάιος του 1972, όταν η χούντα απάλλαξε τον ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τομ Πάππας από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις, για έξι αγροτοβιομηχανικές μονάδες σε διάφορες περιοχές της χώρας (ΦΕΚ 1972/Α/72).

Αυτό ήταν το δεύτερο χατίρι των συνταγματαρχών προς τον Πάππας. Το πρώτο – πιθανότατα και το μεγαλύτερο – είχε γίνει τέσσερα χρόνια νωρίτερα (ΦΕΚ 1968/Α/201). Ήταν το «πράσινο φως» για τα εργοστάσια εμφιάλωσης της Coca- Cola, το οποίο είχαν αρνηθεί να «ανάψουν» οι προδικτατορικές κυβερνήσεις, θεωρώντας το συγκεκριμένο σχέδιο του επιχειρηματία άκρως ανταγωνιστικό προς την εγχώριο παραγωγή αναψυκτικών.

Ο Πάππας είχε απασχολήσει και για άλλο λόγο, εντονότατα, το ελληνικό πολιτικό σύστημα πριν από το πραξικόπημα: Η Ένωση Κέντρου και η ΕΔΑ είχαν καταγγείλει ως προνομιακούς ... μέχρι αηδίας τους όρους της επένδυσης που είχε κάνει στη Θεσσαλονίκη, με το διυλιστήριο της ESSO, το '62. Το φθινόπωρο του '64, μάλιστα, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου επέβαλλε στον Πάππας τροποποίηση της συγκεκριμένης σύμβασης.
Χρηματοδότησαν και την εκστρατεία του ... Νίξον!

Ο Τομ Πάππας ήταν διαπρύσιος υποστηρικτής της χούντας. Τόσο γρήγορα συντελέστηκε η μεταξύ τους οικονομική – πολιτική διαπλοκή, ώστε το 1967, στην κυβέρνηση Κόλλια , διορίστηκε υπουργός Δημόσιας Τάξης ένας προσωπάρχης του επιχειρηματία, ο Παύλος Τοτόμης. Στη συνέχεια ο Τοτόμης ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της ΕΤΒΑ. Ο Τομ Πάππας ήταν παράλληλα υποστηρικτής και βασικός χρηματοδότης της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον, για τις αμερικανικές εκλογές του 1968.

«Παράλληλα»; ....Όχι ακριβώς. Κατά τα φαινόμενα ο Πάππας βρήκε τρόπο να ενώσει τις δυο μεγάλες ... συμπάθειές του, την ελληνική χούντα και το Νίξον. Με δεσμούς ... χρήματος. Κάτι πολύ ενδιαφέρον κατέθεσε στο αμερικανικό Κογκρέσο ο Έλληνας δημοσιογράφος Ηλίας Δημητρακόπουλος, που ζούσε στην Ουάσιγκτον: Ότι η χούντα ενίσχυσε το ταμείο της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον με 549.000 δολάρια. Μετρητά, ζεστά- ζεστά... Είχαν «ζεσταθεί» από τη συνεχή κίνηση!
Τα χρήματα αυτά τα είχε διοχετεύσει η CIA στην ΚΥΠ, με σκοπό να «αναβαθμιστεί» η δράση της ελληνικής Υπηρεσίας, να γίνει πιο αποτελεσματικό το αντικομουνιστικό της έργο, κλπ. Στη συνέχεια, κατ' εντολή Παπαδόπουλου και με μοχλό το Ρουφογάλη, γινόταν η «ανακύκλωση» και τα χρήματα όδευαν προς το Νίξον.

Έβδομο «ορόσημο»: Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 1972. Ο Παττακός έδωσε εντολή να «διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα κρέατα. Ποια κρέατα; Της Αργεντινής. Αυτά που «μαύριζαν», αυτά που θα «ξέμεναν». Τα γνωστά και ως «κρέατα Μπαλόπουλου». Μαζί με το «Τάμα», ίσως το πιο ... εμβληματικό σκάνδαλο της χούντας!
Ο Μιχάλης Μπαλόπουλος ήταν υφυπουργός Εμπορίου. Αυτός κι ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου, ο Ζαφείρης Παπαμιχαλόπουλος, κάθισαν στο εδώλιο για το σκάνδαλο των κρεάτων. Σκάνδαλο ... πολυεπίπεδο, με κατηγορητήριο πλούσιο!
Η σοβαρότερη κατηγορία σε βάρος των δυο, ήταν πως χρηματίζονταν «κατά συρροήν» από μεγαλέμπορους της Ροδεσίας που επεδίωκαν να αποκτήσουν μονοπωλιακά προνόμια στην εισαγωγή κρέατος. Αποτέλεσμα της συγκέντρωσης αδειών εισαγωγής σε χέρια λίγων ήταν οι ανατιμήσεις στις τιμές του κρέατος – ίσως, ακόμη, οι ευνοημένοι έμποροι να ήθελαν έτσι να καλύπτουν και τα έξοδα των δωροδοκιών...

Απαγορεύτηκε, επίσης, για κάποιο διάστημα η διάθεση ντόπιου κρέατος, ώστε να προωθηθούν στην αγορά τα προβληματικά, εκείνα της Αργεντινής. Η προαναφερθείσα εντολή του Παττακού ήταν γραπτή και αναγνώστηκε στο δικαστήριο.

Ο Μπαλόπουλος έγινε σλόγκαν και ... στα γήπεδα

Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε τον Ιούνιο του '74 σε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών, η οποία μειώθηκε σε 14 μήνες το 1976. Το σκάνδαλο των κρεάτων ήταν το μοναδικό που «έστειλε» στο εδώλιο αξιωματούχους της χούντας, προτού καταρρεύσει η χούντα. Η εξήγηση είναι η ίδια με εκείνη, για τη δημοσιοποίηση των ατασθαλιών του «Τάματος»: Ο Ιωαννίδης επιθυμούσε να καταδείξει ότι ήταν αναγκαία, από ηθικής πλευράς, η ανατροπή του Παπαδόπουλου.

Κάπως έτσι έμεινε στην ... Ιστορία το όνομα του Μπαλόπουλου, τον οποίον περιέβαλαν επίσης επίμονες φήμες για ατασθαλίες στον ΕΟΤ, όταν ήταν γραμματέας του οργανισμού.

Το σκάνδαλο των κρεάτων ενέπνευσε και τους ... φιλάθλους. Εάν κάποιος ποδοσφαιριστής δεν απέδιδε καλά, η κερκίδα τον αποκαλούσε με ευκολία «βόδι Αργεντινής» ή «κρέας του Μπαλόπουλου».

Μέσα σε αυτή τη ... θύελλα των σκανδάλων, φάνταζαν «παρωνυχίδες» ήσσονος σημασίας οι απ' ευθείας αναθέσεις – χωρίς διαγωνισμούς- έργων σε διάφορες εταιρείες. Όσο για τη «λιτή» ζωή που έκαναν οι συνταγματάρχες και οι δικοί τους άνθρωποι, θα άξιζε τον κόπο να διαβάσει κανείς τις εξιστορήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη, τόσο για τη δική της ντόλτσε βίτα, όσο και για τη χλιδή της διαμονής της ίδιας και της Δέσποινας Παπαδοπούλου στο Παρίσι, όταν – κάποια στιγμή- το επισκέφθηκαν οι δύο τους.

Για την συνηθισμένη εν Ελλάδι ζωή της, η Ντέλλα Ρουφογάλη έχει πει:
«Αρχίζω να ράβω την καινούρια μου γκαρνταρόμπα στους μετρ της ραπτικής για τους οποίους μέχρι τώρα έκανα επιδείξεις. Η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως, το ίδιο και η συμπεριφορά όλων απέναντί μου. Μου φέρονται με έκδηλο σεβασμό και τα κομπλιμέντα τους είναι υπερβολικά. Αλλά μου αρέσει. Εγώ εξακολουθώ να φέρομαι φιλικά προς τους παλιούς γνωστούς και τους καινούριους, πλούσιους φιλοχουντικούς επιχειρηματίες που πληθαίνουν μέρα με τη μέρα μαζί με τα ραβασάκια για ρουσφέτια. Αισθάνομαι πως έχω υποχρέωση να εξυπηρετήσω τους πάντες. Ο Μιχάλης συνήθως δεν αρνείται. Γεύομαι τη δύναμη της εξουσίας, και με μαγεύει» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977»).
«Χαβιάρι Περσίας και παγωμένα καβούρια Αλάσκας»

Υπήρχαν όμως και τα .. έκτακτα περιστατικά, όπως οι αρραβώνες της με το Ρουφογάλη. «Την επόμενη βδομάδα καινούρια δώρα, καινούριες ανθοδέσμες, φρέσκα ψάρια απ' όλα τα νησιά της Ελλάδας, κούτες με το καλύτερο χαβιάρι της Περσίας και παγωμένα καβούρια της Αλάσκας καταφθάνουν στο σπίτι. Δεν ξέρω τι να τα κάνω».

Για την Ιστορία: Τους αρραβώνες του ζεύγους τίμησαν προβεβλημένοι επιχειρηματίες, όπως οι Λάτσης και Κιοσέογλου. Στο γάμο τους; Το ... αδιαχώρητο. Θυμάται η Ντέλλα: «Ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο εφοπλιστής Θεοδωρακόπουλος με το γιο του τον Τάκη, ο Κώστας Δρακόπουλος των διυλιστηρίων, ο Νίκος Ταβουλάρης των ναυπηγείων, το ζεύγος Μποδοσάκη, ο Αγγελος Κανελλόπουλος των τσιμέντων 'Τιτάν' με τη γυναίκα του, ο Τομ Πάππας, ο Γ. Λύρας, ο Γιώργος Ταβλάριος, εφοπλιστής από τη Νέα Υόρκη με τη γυναίκα του και ο Γιάννης Λάτσης με τη μεγάλη του κόρη, αφού η γυναίκα του την ίδια μέρα πάντρευε την ανηψιά της σε άλλη εκκλησία».

Αυτή ήταν λοιπόν η ... αδιάφθορη δικτατορία! Αναμφιβόλως, η χούντα μετέφερε ... πολύ μακριά τη σκυτάλη της διαφθοράς, την οποία – για να είμαστε ακριβείς- παρέλαβε από τα προγενέστερα χρόνια.

Υπενθυμίσεις επιγραμματικές: Σκάνδαλο «Siemens» που προκάλεσε και τη ρήξη στις σχέσεις του Παπάγου με τον Μαρκεζίνη, το 1954. Άφθονα... κλέη της οκταετίας (1955- 63) Καραμανλή, από τα «βραχώδη οικόπεδα της Φιλοθέης» και τα φουσκωμένα κέρδη εργολάβων, μέχρι την ηλεκτροδότηση της «Πεσινέ» με όρους σκανδαλωδώς ευνοϊκούς. Απόφαση της Βουλής, τον Φεβρουάριο του 1965, να παραπέμψει σε ειδικό δικαστήριο τους Κ. Καραμανλή, Π. Παπαληγούρα και Ν. Μάρτη για την «Πεσινέ». Επτά εν συνόλω υπουργοί και δυο υφυπουργοί του «εθνάρχη» που αντιμετώπισαν – σε κοινοβουλευτικό επίπεδο- κατηγορίες περί βλάβης του δημοσίου συμφέροντος και περί παράνομης διάθεσης μυστικών κονδυλίων. (Προτείνει κανείς να εκλάβουμε ως απόδειξη αθωότητας το «κουκούλωμα» που – κατά τα ειωθότα- ακολούθησε; ). Εξαγορές βουλευτών στην περίοδο της αποστασίας, το 1965.

Ακόμη κι ο ελληνικός κινηματογράφος των middle 60ς κατοχύρωσε ως σήμα κατατεθέν της εποχής τα ... αρπακτικά του Μαυρογιαλούρου. Τυχαίο; Δεν νομίζουμε...

Εάν λοιπόν όλα αυτά στιγμάτισαν την εικοσαετία 1954- 1974, γιατί σήμερα τόσα στόματα πιπιλίζουν μονότονα την «καραμέλα» πως η διαφθορά και το ρουσφέτι γεννήθηκαν το ...'74 και είχαν μαμά τη Μεταπολίτευση; Ας δώσει ο καθένας την απάντηση που θεωρεί σωστή...

Braintrust: A public conversation about Morality and the Brain

Patricia Churchland spoke about her book, Braintrust, at Warwick's, the oldest American family-owned and operated bookstore. From their announcement:
UCSD philosophy professor and Salk Institute adjunct professor, Patricia Churchland will be at Warwick's on Tuesday, May 10th to discuss and sign her new book, Braintrust: What Neuroscience Tells Us About Morality.
What is morality? Where does it come from? And why do most of us heed its call most of the time? In Braintrust, neurophilosophy pioneer Patricia Churchland argues that morality originates in the biology of the brain. She describes the "neurobiological platform of bonding" that, modified by evolutionary pressures and cultural values, has led to human styles of moral behavior. The result is a provocative genealogy of morals that asks us to reevaluate the priority given to religion, absolute rules, and pure reason in accounting for the basis of morality.
English: Patricia Churchland on NIH's STEP(The...
English: Patricia Churchland on NIH's STEP(The staff training in extramural programs) program 2005. (Photo credit: Wikipedia)
Moral values, Churchland argues, are rooted in a behavior common to all mammals - the caring for offspring. The evolved structure, processes, and chemistry of the brain incline humans to strive not only for self-preservation but for the well-being of allied selves - first offspring, then mates, kin, and so on, in wider and wider "caring" circles. Separation and exclusion cause pain, and the company of loved ones causes pleasure; responding to feelings of social pain and pleasure, brains adjust their circuitry to local customs. In this way, caring is apportioned, conscience molded, and moral intuitions instilled. A key part of the story is oxytocin, an ancient body-and-brain molecule that, by decreasing the stress response, allows humans to develop the trust in one another necessary for the development of close-knit ties, social institutions, and morality. A major new account of what really makes us moral, Braintrust challenges us to reconsider the origins of some of our most cherished values.
For more of Patricia Churchland discussing Braintrust and her discussions on TSN over the years, click here.
Patricia Smith Churchland is a Professor Emerita of Philosophy at the University of California, San Diego. She is also an adjunct faculty member at the Salk Institute for Biological Studies. Her research focuses on the interface between neuroscience and philosophy. Her books include “Brain-Wise: Studies in Neurophilosophy,” ”Neurophilosophy: Toward a Unified Science of the Mind-Brain” and “On the Contrary: Critical Essays 1987-1997,” with husband Paul M. Churchland. Her newest book, “Braintrust: What Neuroscience Tells Us About Morality,” has just come out.
Books by Patricia Churchland:

Braintrust: What Neuroscience Tells Us about MoralityBrain-Wise: Studies in NeurophilosophyNeurophilosophy: Toward a Unified Science of the Mind-Brain

Can Science Tell Us Right from Wrong? The Great Debate Panel

Justice address launches network science alliance
Justice address launches network science alliance (Photo credit: RDECOM)
The Great Debate Panel

Speakers: Steven Pinker, Sam Harris, Patricia Churchland, Lawrence Krauss, Simon Blackburn, Peter Singer and Roger Bingham.

A lively panel discussion between Steven Pinker, Sam Harris, Patricia Churchland, Lawrence Krauss, Simon Blackburn, Peter Singer. If human morality is an evolutionary adaptation and if neuroscientists can identify specific brain circuitry governing moral judgment, can scientists determine what is, in fact, right and wrong?


The Great Debate
On November 6th, 2010 a panel of renowned scientists, philosophers, and public intellectuals gathered to discuss what impact evolutionary theory and advances in neuroscience might have on traditional concepts of morality. If human morality is an evolutionary adaptation and if neuroscientists can identify specific brain circuitry governing moral judgment, can scientists determine what is, in fact, right and wrong? The panelists were psychologist Steven Pinker, author Sam Harris, philosopher Patricia Churchland, physicist Lawrence Krauss, philosopher Simon Blackburn, bioethicist Peter Singer and The Science Network's Roger Bingham.

Recorded live at the Arizona State University Gammage auditorium.

"The Great Debate" was sponsored by the ASU Origins Project in collaboration with the ASU Sandra Day O'Connor College of Law Center for Law, Science and Innovation; the Faculty of Philosophy at the University of Cambridge; and The Science Network.


This is Your Brain on Morality (Beyond Belief 2008)

Morality (Photo credit: tdietmut)
Panel discussion on morality from Beyond Belief 2008. Panel: Sam Harris, Patricia Churchland, Jonathan Haidt, Jonathan Glover, Marco Iacoboni.

Send them back: The Parthenon Marbles should be returned to Athens

The Parthenon in Athens after the removal of t...
The Parthenon in Athens after the removal of the "Elgin Marbles" (Photo credit: Wikipedia)
This debate took place at Cadogan Hall on 11th June 2012.

Νικήτρια με διαφορά αναδείχθηκε η ομάδα που υποστήριξε την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα σε αγώνα επιχειρηματολογίας που διοργανώθηκε στο Λονδίνο.

Στο debate του οργανισμού Intelligence Squared με θέμα την επιστροφή των Γλυπτών από το Βρετανικό Μουσείο παρατάχθηκαν από τη μία πλευρά ο γνωστός Βρετανός ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και τηλεοπτικός παρουσιαστής Στίβεν Φράι και ο συμπατριώτης του βουλευτής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών και επικεφαλής της οργάνωσης Marbles Reunited, Άντριου Τζορτζ, υποστηρίζοντες την επιστροφή και από την άλλη ο Βρετανός ιστορικός και επίσης βουλευτής (με τους Εργατικούς) Τρίστραμ Χαντ με τον Ισπανό καθηγητή ιστορίας στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ, Φελίπε Φερνάντεθ-Αρμέστο.

LONDON, ENGLAND - JUNE 01:  The Townley Discob...
LONDON, ENGLAND - JUNE 01: The Townley Discobolus is displayed in The British Museum's 'Winning at the ancient Games' victory trail on June 1, 2012 in London, England. To celebrate the London Olympics, the British Museum is staging a trail for visitors to highlight various objects connected by the theme of winning, many synonymous with the games of ancient Greece and Rome. (Image credit: Getty Images via @daylife)
Event info:
What's all this nonsense about sending the Parthenon Marbles back to Greece? If Lord Elgin hadn't
rescued them from the Parthenon in Athens and presented them to the British Museum almost 200 years ago, these exquisite sculptures -- the finest embodiment of the classical ideal of beauty and harmony -- would have been lost to the ravages of pollution and time. So we have every right to keep them: indeed, returning them would set a dangerous precedent, setting off a clamour for every Egyptian mummy and Grecian urn to be wrenched from the world's museums and sent back to its country of origin. It is great institutions like the British Museum that have established such artefacts as items of world significance: more people see the Marbles in the BM than visit Athens every year. Why send them back to relative obscurity?

But aren't such arguments a little too imperialistic? All this talk of visitor numbers and dangerous precedents -- doesn't it just sound like an excuse for Britain to hold on to dubiously acquired treasures that were removed without the consent of the Greek people to whom they culturally and historically belong? That's what Lord Byron thought, and now Stephen Fry is taking up the cause. We should return the Marbles as a gesture of solidarity with Greece in its financial distress, says Fry, and as a mark of respect for the cradle of democracy and the birthplace of rational thought.

Θριάμβευσαν στο Λονδίνο τα επιχειρήματα υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών